στόμα

στόμα
Grammatical information: n.
Meaning: `mouth, muzzle, front, peak, edge' (Il.).
Other forms: Aeol. στύμα (Theoc.), -ατος.
Dialectal forms: Myc. Tomako, Tumako \/στόμαργος\/ (Mühlestein Studi Micenei 2 (1967), 43ff. w. lit.; Killen, Minos 27-8, 1992-1993 [95],101-7
Compounds: Many compp., almost all from the shorter stem (cf. below), e.g. στόμ-αργος `chattering, high-sounding' (trag.), to ἀργός (Willis AmJPh 63, 87 ff. : `shining' \> `bright' \> `loud'?), if not after γλώσσ-αργος, which could stand for γλώσσ-αλγος (s. on γλῶσσα w. lit.); Blanc RPh. 65, 1991, 59-66 analyses the word as στόμα + μάργος `furious', also BAGB 1996\/1, 8-9; cf. also Πόδ-αργος (s. πούς); on στομα-κάκη s. κακός; εὔ-στομος `with a beautiful mouth, speaking nicely', also = `silent' (Hdt., X. etc.); beside it, quite rarely, στοματ-ουργός `working with one's mouth, grandiloquent' (Ar.). κακο-στόματος (AP) for κακό-στομος (E. a.o.).
Derivatives: 1. στόμ-ιον n. `mouth, opening, denture, bit, bridle' (IA.), rarely `mouth' (Nic.), with -ίς f. `halter' (Poll.); ἐπι-στομ-ίζω `to put in a bit' (Att.), also `to shut up one's mouth' (late). 2. στόμ-ις m. `hard-mouthed horse' (A. Fr. 442 = 649 M.; cf. Schwyzer 462 n. 3), also -ίας `id.' (Afric., Suid.). 3. -ώδης `speaking nicely' (S.), `savoury' (Sor.). 4. -ίζομαι `to take in the mouth' (Aq.), w. prefix, e.g. ἀπο-στομίζω `to remove the edge' (Philostr.). 5. -όω (ἀνα- στόμα a.o.) `to stop the mouth, to provide with an opening, edge, to harden' (IA.) with -ωμα n. `mouth' (A.), `hardening, which is hardened, steel' (Cratin., Arist., hell. a. late), -ωμάτιον (Gloss.), -ωσις f. `hardening' (S., hell a. late), -ωτής = indurator (gloss.). -- Besides στομάτ-ιον n. dimin. (Sor.), -ικός `belonging to the mouth' (medic. a.o.), ἀπο-στοματ-ίζω `to repeat, to interrogate etc.' (Pl., Arist. etc.). -- On στόμαχος, στωμύλος s. vv.
Origin: IE [Indo-European] [1035] *steh₃men- `mouth'
Etymology: The etymol. unclear στόμα has secondarily joined the verbal nouns in -μα (Schwyzer 524 w. n. 5), with which the strong predilection for the short form στομ- in compp. and derivv. may be connected (cf. Georgacas Glotta 36, 163). But the n-stem is old and is found not only in Av. staman- m. `mouth (of a dog)' but also in Celtic, e.g. Welsh safn `jaw-bone'. So we must reconstruct *steh₃m-, which was in Greek replaced by the zero grade (*sth₃m-); on the short a of Avestan see Lubotsky Kratylos 42(1997) 56f. -- Far remain however the Germ. words for `voice', Goth. stibna, OHG stimna, stimma etc. and the Hitt. word for `ear', ištam-ana-, -ina-, prob. denominativ from ištamašzi `hear' (Frisk GHÅ 57, 19ff. = Kl. Schr. 79ff. w. lit.; diff. Kronasser Etymologie II 399).
Page in Frisk: 2,800-801

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • στόμα — mouth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στόμα — (Ανατ.). Το πρώτο τμήμα του πεπτικού συστήματος. Είναι μια κοιλότητα που ορίζεται μπροστά από τα χείλη και πίσω από τον ισθμό του φάρυγγα, δια του οποίου συνεχίζεται στον φάρυγγα. Το σ. διαιρείται από τις οδοντοστοιχίες σ’ ένα εξωτερικό μέρος, το …   Dictionary of Greek

  • στόμα — το 1. άνοιγμα στο κεφάλι των ζώων και του ανθρώπου, απ΄ όπου εισάγονται οι τροφές: Άνοιξε το στόμα σου να σου δώσω το φάρμακο. 2. ομιλία, τρόπος ομιλίας: Έχει άσκημο στόμα. 3. φρ., «Κλείσε το στόμα σου», πάψε να μιλάς. 4. στόμιο, άνοιγμα: Στόμα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στόμα — [стома] ουσ. о. рот …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ. — ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ. См. От избытка сердца глаголют уста …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • στόμ' — στόμα , στόμα mouth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στομάτεσσι — στόμα mouth neut dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στομάτεσσιν — στόμα mouth neut dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στομάτοιν — στόμα mouth neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στομάτων — στόμα mouth neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στύμα — στόμα mouth neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) στύμα mouth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.